Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

relief housing


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο housing παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: relief
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: housing, house

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
housing nuncountable (accommodation for a family) (μτφ: οίκημα)στέγη ουσ θηλ
 (διαδικασία, όχι οίκημα)στέγαση ουσ θηλ
 It's important that the government helps refugees find housing.
 Είναι σημαντικό η κυβέρνηση να βοηθήσει τους πρόσφυγες να βρουν στέγη.
housing nuncountable (industry, economy: property)κτηματομεσιτικός τομέας επίθ + ουσ αρσ
  στεγαστικός τομέας επίθ + ουσ αρσ
 Pam works in housing as a real estate agent.
 Η Παμ εργάζεται στον κτηματομεσιτικό τομέα ως μεσίτρια.
housing n(casing for object)περίβλημα ουσ ουδ
  θήκη ουσ θηλ
 Ben opened the housing of the computer to see what was going on inside.
 Ο Μπεν άνοιξε το περίβλημα του υπολογιστή για να δει τι γινόταν μέσα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
housing n(group of houses)κατοικίες ουσ θηλ πλ
  σπίτια ουσ ουδ πλ
 The housing on the other side of the river is more affordable and quieter as well.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
house n(residence building)σπίτι ουσ ουδ
 Their new house has three bathrooms.
 Το καινούριο τους σπίτι έχει τρία μπάνια.
house n(household) (μτφ: ένοικοι)σπίτι ουσ ουδ
 (συγγενείς)οικογένεια ουσ θηλ
 The whole house was in mourning for Mr. Saunders.
 Ολόκληρη η οικογένεια θρηνούσε για τον κύριο Σόντερς.
house [sth] vtr(provide a storage place)αποθηκεύω, φυλάω ρ μ
 (κτίριο, αποθήκη)στεγάζω ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 This cabinet houses all our stationery.
 Σε αυτό το ντουλάπι αποθηκεύουμε όλα τα χαρτικά μας.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτή η αποθήκη στεγάζει όλα τα παλιά μας έπιπλα.
house n(shelter)φωλιά ουσ ουδ
 Some animals build their houses out of straw.
 Κάποια ζώα φτιάχνουν τις φωλιές τους από άχυρο.
house [sth/sb] in [sth] vtr + prep(keep in a dwelling)στεγάζω κπ/κτ σε κτ ρ μ
  φιλοξενώ κπ/κτ σε κτ ρ μ
 The university houses its students in very old buildings.
 Το πανεπιστήμιο στεγάζει τους φοιτητές του σε πολύ παλιά κτίρια.
 Το πανεπιστήμιο φιλοξενεί τους φοιτητές του σε πολύ παλιά κτίρια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
house n(building) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Usually used in compound forms: "schoolhouse," "coffee house," "jailhouse," etc.
 There's a florist between the coffee house and the schoolhouse.
 The legislature meets in the State House.
 Υπάρχει ένα ανθοπωλείο ανάμεσα στην καφετέρια και το σχολείο.
house,
House
n
(hall)αίθουσα ουσ θηλ
 (λόγιος)μέλαθρον ουσ ουδ
  μέγαρο ουσ ουδ
 The British Parliament meets in the House of Commons.
house,
House
n
(family) (επίσημο)Οίκος ουσ αρσ κύρ
 The House of Tudor ruled from 1485 to 1603.
house n(legislative body)νομοθετικό σώμα φρ ως ουσ ουδ
  συμβούλιο
 Most parliaments have an upper and a lower house.
house n(business firm)οίκος ουσ αρσ
 He works for a publishing house.
house n(university college)σχολή ουσ θηλ
 The university is divided into several houses.
house n(members of a college)εστία ουσ θηλ
 The two houses will be competing in the rowing regatta.
house n(gambling: casino) (μεταφορικά)μάνα ουσ θηλ
 It never pays to gamble because the house always wins.
house n(audience)κοινό ουσ ουδ
  θεατές ουσ αρσ πλ
 The producer was pleased to see there was a good house on the play's opening night.
house n(convent or abbey) (επίσημο)μονή ουσ θηλ
  μοναστήρι ουσ ουδ
 There used to be lots of religious houses in this area.
house n(church, mosque, synagogue) (επίσημο, μτφ)οίκος ουσ αρσ
 Speak quietly when you enter God's house.
house nUK (residential division in boarding school)κτίριο ουσ ουδ
Σχόλιο: Εννοείται κτίριο με φοιτητικές εστίες.
 The school had 6 houses.
house nUK (team in British school)ομάδα ουσ θηλ
 I'm in Newton house at school; our colour is red.
house [sb] vtr(provide housing)στεγάζω ρ μ
 (μεταφορικά)φιλοξενώ ρ μ
 The hall will house two hundred people.
house [sth] vtr(provide a workplace)στεγάζω ρ μ
 This building houses the workshop.
house [sth] vtr(secure)ασφαλίζω ρ μ
  προστατεύω ρ μ
 The machine can be housed in its case for transit.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
housing | house
ΑγγλικάΕλληνικά
blower housing n(casing of a mechanical fan)κάλυμμα ανεμιστήρα περίφρ
council housing nUK (public housing)κοινωνική στέγαση επίθ + ουσ θηλ
FHA ninitialism (Federal Housing Administration)Ομοσπονδιακή Επιτροπή Στέγασης φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
housing development n(housing estate, residential area)οικισμός ουσ αρσ
 The new housing development has easy access to the highway.
 Ο νέος οικισμός έχει εύκολη πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο.
housing development n(residential planning)στεγαστική ανάπτυξη έκφρ
 Housing development is vital in urban planning.
housing estate nUK (residential development) (ΗΒ)στεγαστική ανάπτυξη έκφρ
 She lives on one of those anonymous housing estates, full of tiny houses that all look alike.
housing market n(property trade)αγορά ακινήτων ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The housing market suffered a big drop during the financial crisis of 2009.
housing needs npl(accommodation requirements)στεγαστικές ανάγκες επίθ + ουσ θηλ πλ
  ανάγκες στέγασης φρ ως ουσ θηλ πλ
housing problem n(shortage of housing)στεγαστική ανεπάρκεια έκφρ
housing project nUS (inner city)εργατικές κατοικίες επίθ + ουσ θηλ πλ
 He is in charge of the municipal housing project.
 Rappers often sing about growing up in housing projects.
 Είναι υπεύθυνος για το έργο των εργατικών κατοικιών.
housing scheme nUK, regional (subsidized housing plan) (ΗΒ)πρόγραμμα επιδοτούμενης στέγασης έκφρ
 The housing scheme provides affordable homes for local residents.
private housing estate n(privately owned group of homes)ιδιωτικό συγκρότημα κατοικιών φρ ως ουσ ουδ
public housing n(government-assisted)εργατικές κατοικίες επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση relief housing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «relief housing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!